Friday, September 28, 2007

H ώρα του παιδιού

H Καρυατιδα ξεκίνησε ενα πολύ πρωτότυπο παιχνίδι. Mα παρα πολύ πρωτοτυπο ομως! :) Ξεκίνησε μια ιστορία και μας πέταξε το μπαλάκι. Ενθουσιάστηκα τόσο με την συνέχεια που εδωσα (αυτο το λενε και αυτοϊκανοποιηση sometimes), που αποφάσισα να το αναμεταδώσω στο μπλογκ μου.

Ξεκινάω με το στόρυ της Κάρυ:
Ο κος Πανταμούντζας Φιλήμων, όταν ήταν μικρός έτρωγε ξύλο. Με ευαισθησία δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ του. Από κανέναν...κι ας ήταν ο ίδιος απίστευτα τρυφερός. Όλοι τον εκμεταλλεύονταν, κι αυτός με σκυμμένο κεφάλι και με ύφος συγκαταβατικό, δεχότανε τα πάντα χωρίς παράπονο. Σε κάθε φιάσκο έπαιρνε διαρκώς, και αδιαμαρτύρητα, το φταίξιμο. Κι όταν τύχαινε να πέσει πάνω σε καθρέφτες, κοιταζόταν με απογοήτευση και με τον δείκτη προτεταμένο, μάλωνε το είδωλο του για τις συμφορές που μοίραζε σε όλους αυτούς τους άκακους, αγνούς ανθρώπους.
Όμως στις 27/09/07 ημέρα Πέμπτη και ώρα 17:51, η συμπεριφορά του θα άλλαζε δραματικά.
Ο συγκάτοικος του ήταν μεγάλο αλάνι. Καλλιτέχνης με μέλλον. Βέβαια, όταν έπασχε από στερητικό έμπνευσης κατέφευγε σε πιο προχωρημένες λύσεις. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάπνισε χόρτο για να μεταγγίσει ιδέες από το υποσυνείδητο του, για να μη πούμε και για κείνο το ταξίδι που καθισμένος ανακούρκουδα παρέα με το «μαύρο γεράκι με άσπρα πόδια» και συντροφιά με τοτέμ, έπεσε σε έκσταση από την κατάποση παραισθησιογόνων... μανιταριών? ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων, που είχε σε αφθονία ο φίλος του...
Κουρασμένος όπως ήταν λοιπόν ο κος Φιλήμων, δεν παρατήρησε ότι στην κατσαρόλα αντί για τους γνωστούς σε όλους μας αθώους αμανίτες που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι νοικοκυρές, και όχι μόνο, έριξε τους…πανούργους.! Αυτούς, του συγκατοίκου του! Τώρα...ήταν δεν ήταν μανιτάρια ουδείς γνωρίζει. Πόσο μάλλον εγώ!
Anyway…ευτυχώς έφαγε λίγους γιατί του πίκριζαν!!!
Μετά από λίγο όπως ήταν φυσικό «του τα ‘σκασε», και...
Είναι χέρι αυτό που βλέπω; Ένα τόσο δα χεράκι μέσα στο μάτι μου. ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΜΟΥ; μα εγώ δεν είμαι εγώ, κι αν εγώ δεν είμαι εγώ, τότε τίνος εγώ είμαι και τίνος τους οφθαλμούς κοιτώ;
Κι αυτό το επίμονο χεράκι γιατί τραβάει με τόση βία προς τα πάνω την κόρη του ματιού αυτού του συμπαθέστατου κυρίου;
Μια φωνή απόκοσμη αναδύθηκε από το υπόγειο του ατομικού του μικρόκοσμου!
Δεεεεεες.....δεεεεεες....
κοίτα τον εαυτό σου κατάματαααααα........
μην εθελοτυφλείς και μη γίνεσαι θύμαααααα......
είσαι καλοοοοοός.....
και όλοι οι άλλοι θέλουν το κακοοοοό σου.....
δεεεεες...Ε ΔΕΣ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ,!
Οπότε είδε, κατάλαβε, θύμωσε, πήρε μια καραμπίνα και τους σκότωσε όλους κι εξαφανίστηκε.


lee:
H Ντεπυ ηταν μεγαλη καριολία. Ηταν παντρεμένη με έναν μποκονιόκο, ξερεις μωρε, αυτά τα τυπακια τα αποστειρωμενα που αν δεν ηταν τοσο φασιον βίκτιμς θα κουμπώνανε και το πανω πανω κουμπί στο πουκαμισο. Όπως καταλαβαίνεις, οργασμοι μηδέν.
Ειχε από καιρό κοζάρει τον Μάρκο, τον συγκάτοικο εκεινου του ξενερωτου Πανταμούντζα, που τοσο πολύ της θυμιζε τον αντρα της.
«Dear God! Ποσα κιλά αρχίδια χαραμίζονται σε αυτόν τον πλανήτη!» σκεφτόταν κάθε φορά που συναντιόντουσαν στο ασανσέρ.
Ενώ ο Μαρκος ηταν μεγάλο αλάνι. Προς μεγαλη της ευχαρίστηση, της τον ειχε φορέσει μερικές φορές, όταν ερχόταν να πληρώσει τα κοινόχρηστα. Πολλές φορες ειχε εντοπισει τα ντουμάνια που γεμιζαν τον φωταγωγό και γουσταρε να τον σκεφτεται με αδαμιαία περιβολή να την πίνει και (αχ! Μακάρι) να την σκέφτεται.
Εκεινο το απόγευμα όμως, μια άλλη μυρωδιά την ξύπνησε από την ονείρωξη της.
«Μα, τι στο καλό, μ α ν ι τα ρ ι α ! Μπλιάχ! Να δεις που αυτος ο Φιλήμωνας το εριξε στην υγιεινη διατροφή…» σκεφτηκε σκαναροντας με τα ρουθούνια της. Αυτοεπιβεβαιώθηκε κουνωντας το κεφάλι της, όταν τον ακουσε από τον φωταγωγο να παραμιλάει στην τουαλέτα. Κατι για χερια, ματια, δεν κατάλαβε καλά.
Επιασε να κανει αποτρίχωση γιατί πλησίαζε και 1η ο μήνας, καταλαβαίνεις. Απλωμα, τραβηγμα, τσούξιμο, ειχε συνηθίσει τόσα χρόνια, όμως αυτό που θα ακουγε σε λίγο, θα της πάγωνε το αίμα. Ένας πυροβολισμός! Ως τώρα τον ειχε ακούσει μόνο στην τηλεόραση. Απόψε όμως ερχόταν ακριβώς κάτω από τα μισοαποτριχωμένα πόδια της.
Παραλίγο να κατουρηθεί. Πετάχτηκε από το μπάνιο τρέχοντας και εφτασε στην πορτα. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Εκλεισε τα φώτα στο σπίτι, και μισάνοιξε την εξώπορτα. Αφουγκράστηκε την κινητικότητα του κάτω οροφου. Ησυχία. Φορεσε βιαστικά την καπαρντίνα της. Βρεθηκε στον διάδρομο με μια ανάσα. Κοντοστάθηκε στο πλατύσκαλο και αρχισε σιγά σιγα να κατεβαίνει. Το ποδι της εμεινε μετεωρο όταν καταλαβε ότι η κατω εξώπορτα ανοιξε.
- Θα σας δείξω εγώ! Δεν θα ξαναγίνω το θυμα κανενός! Καγχασε ο Φιλ. «μμμ, Φιλ, μου αρεσει το νέο μου ονομα», σκεφτηκε φωναχτα.
Η Ντέπυ αναρίγησε. Αυτή η πρωτογνωρη αντρίλα την διαπέρασε πιο εντονα και από το αποτριχώτικό της κερί.
«Καλός ο καλλιτέχνης, αλλά σε αυτόν εδώ τον άντρα θα μπορουσα να στηριχτώ… Φευγει όμως! Τι θα κάνω?»
Ευτυχώς είχε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στην τσέπη της. Εγινε η σκιά του Φιλ και τον ακολούθησε καθώς σουρούπωνε.

Νarita:
Οι 7 τελευταίες ώρες σκότωσαν με σαδιστικό τρόπο και το τελευταίο κύτταρο στο μυαλό του Κοσμά. Το μόνο που αισθανόταν πλέον για την εργασία που ήταν ανγκασμένος να κάνει κάθε μέρα, ήταν μια ακατάσχετη αναγούλα που περνούσε μόνο με ποτό. H δουλειά ήταν το δώρο του πεθερού του όταν παντρεύτηκε την Ντέπυ πριν 3 χρόνια έπειτα από πίεση των δικών του. "Κορίτσι από οικογένεια" του είπαν. " Εσύ είσαι γεννημένος για μεγάλα πράγματα", του είπαν. "Να κυκλοφορείς με κιριλάτα πουκάμισα και χλιδάτα αμάξια", του είπαν. Πολλά του είπαν. Να ζήσει ευτυχισμένος όμως ξέχασαν να του το σημειώσουν.
Η ώρα πλησίαζε 3 και η αναγούλα είχε φτάσει μέχρι τα αυτιά του. Ήταν η καθιερωμένη ώρα να περάσει από το μπαράκι και να τα πιει, πριν επιστρέψει στο σπίτι, όπως έκανε κάθε μέρα τους τελευταίους μήνες.
Η καθιερωμένη θέση του στο μπαρ τον περίμενε και ένα διπλό ουίσκι στέκοταν και σήμερα εκεί, πιστό στο ραντεβού του.
Πρέπει να ήταν ο 3ος άδειος πάτος που φανερωνόταν μπροστά στο θολωμένο του βλέμμα όταν κάθισε δίπλα του μια γνώριμη φιγούρα. Την ήξερε αυτήν την γυναίκα. Την είχε συναντήσει αρκετές φορές στην εξώπορτα της πολυκατοικίας μα δε της είχε μιλήσει ποτέ. Πρέπει να τον περνούσε καμιά 15αρια χρόνια. Τα μάτια της ήταν τόσο καθαρά και απλά που τον γοήτευαν.
Της έκανε ένα νεύμα γεμάτο οικειότητα. Αυτή δε το ανταπέδωσε. Με ένα απόκοσμο και σοβαρό ύφος του ξεστόμισε αυτές τις λέξεις.
"Σήμερα ήρθε η μέρα. Πάνε σπίτι γρήγορα.Στον από κάτω σας όροφο τρίτη πόρτα δεξιά. Χτύπα και θα δεις κάτι που θα σου αλλάξει τη ζωή. Η Γυναίκα σου.Ξύπνα. Δες" .
Υπάκουσε νιώθοντας την καρδιά του να σπαρταράει μέσα στο στήθος του. Δεν ήξερε αν ήταν μίσος η κινητήρια δύναμη ή ελπίδα. Σε 10 λεπτά ήταν μπροστά από την πολυκατοικία. Άκουσε την εξώπορτα να ανοίγει και ασυναίσθητα κρύφτηκε πίσω από μια κολώνα στο γκαράζ. Κάποιος βγήκε από την πόρτα τόσο γρήγορα που ίσα ίσα κατάφερε να αναγνώρισει τον νεαρό του κάτω ορόφου. Έκανε να βγει από την "κρυψώνα" του αλλά ο ήχος της πόρτας τον συγκράτησε. Αυτή τη φορά είδε καθαρά. Ήταν η γυναίκα του και απ'ότι κατάλαβε ακολουθούσε τον νεαρό....
Αποφάσισε να τους ακολουθήσει..

deadend mind:
Δεν χρειάστηκε να τους ακολουθήσει όμως. Ο νεαρός μπήκε σ’ ένα φαιοκίτρινο Lada, «τι φλώρος Θεέ μου» , σκέφτηκε ασυναίσθητα ο Κοσμάς, «ποια γκόμενα θα κάτσει σ’ έναν τύπο που έχει κολλήσει μια αρκούδα να τρώει μέλι στο τζάμι του αυτοκινήτου του;» , άνοιξε την ασφάλεια της πόρτας του συνοδηγού και φόρεσε με αργές κινήσεις τη ζώνη του, ενώ δύο λεπτά αργότερα η Ντέπυ είχε καθίσει στη διπλανή θέση, είχε βγάλει την καμπαρτίνα της και είχε χαθεί από το οπτικό πεδίο του Κοσμά, σκύβοντας λαίμαργα πάνω από τον καβάλο του πιτσιρικά.
Ο Κοσμάς ανάσανε βαθιά, για να καθαρίσει το κεφάλι του από τη θολούρα του ουίσκι. Αυτό ήταν. Είχε, επιτέλους, δει. Ήταν ελεύθερος.
Πλησίασε το Lada και χτύπησε ελαφρά το τζάμι του συνοδηγού. Η Ντέπυ αναδύθηκε αργά και έστρεψε το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της προς το μέρος του, κοιτώντας τον σαν να μην τον αναγνωρίζει. «Τι είναι αυτό το πράγμα πάνω από το στόμα της; Δεν μπορεί να ‘ναι σπέρμα...» Έβγαλε τα κλειδιά της Καγιέν του, δώρο κι αυτή του πεθερού του, μαζί με τη δουλειά, όταν είχε συμφωνήσει να παντρευτεί τη Ντέπυ, και τα πέταξε στα μπούτια της.
-Θα είστε πιο άνετα στο τζιπ. Είναι δικό σου.
Την κοίταξε καλύτερα. Χαμογέλασε πλατιά, κι έπειτα ξέσπασε σ’ ένα βαθύ, τρανταχτό, απελευθερωτικό γέλιο.
Η γυναίκα του έπαιρνε πίπα στον πιτσιρικά και το μουστάκι της ήταν πασαλειμμένο με αποτριχωτικό κερί.

Loth:
Η Ζωή ήταν μια συνηθισμένη κοπέλα…θα την έλεγες αδιάφορη.
Τα είχε με τον Ευτύχη, τον μεγάλο της έρωτα .Είχε γνωρίσει αρκετές αγκαλιές αλλά καμιά μεγαλύτερη απ’τη δική του ποτέ!
Έμεναν μαζί εννιά χρόνια στο ισόγειο μιας μικρής ,παλιάς πολυκατοικίας.
Σήμερα ..στην πολυκατοικία αυτή ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Αυτός ο ήχος, ο θάνατος κάποιου που δεν πρόλαβε να ζήσει τη ζωή του την ταρακούνησε. Για πρώτη φορά ένιωσε σαν να μην είναι το σπίτι της στο ισόγειο της πολυκατοικίας …σαν να μένει χρόνια στο ισόγειο της ζωής..μιας ζωής συμβιβασμένης..και ήθελε να ανέβει πια σε άλλους ορόφους ..ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ένα άλλο τέλος.
Φοβήθηκε με τις σκέψεις της, ποτέ δεν φαντάστηκε πως θα τον άφηνε , μετά από όσα είχαν περάσει πως να του το κάνει αυτό…
Ήταν ήδη 35, αν έφευγε θα έπρεπε να το κάνει τώρα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της για να ξεφύγει απ΄τις σκέψεις..
Ταλαντεύτηκε για λίγο στον κενό χώρο που υπάρχει ανάμεσα στον ύπνο και την πραγματικότητα. Έναν ύπνο που δεν κατάλαβε πότε τη ρούφηξε αλλά βυθίστηκε μέσα του παραδομένη. Μια πραγματικότητα στην οποία έπρεπε γρήγορα να αναδυθεί, αν δεν ήθελε να χαθεί για πάντα στο ανύπαρκτο μπλε του ονείρου.
Όσο αιωρούνταν στο κενό ανάμεσα στους δύο κόσμους είδε μια εικόνα περίεργη.
Είδε το δωμάτιό της , στο κέντρο ,στη γραμμή που χώριζε τα πάντα …ένας καθρέφτης και πάνω του σκοτάδι. Πλησίασε και κοίταξε μέσα , είδε τη μέρα φωτεινή και έναν ουρανό με χίλια αστέρια , λες και ήταν στο χέρι της αν θα ήθελε να αφήσει τον ήλιο ή το φεγγάρι να ζήσουν εκεί μέσα. Ξαφνικά η εικόνα θόλωσε και τα χρώματα άρχισαν να ρουφάν το ένα το άλλο, ώσπου έμειναν μόνο δύο..Ένα τρελό καλειδοσκόπιο με δύο βασιλιάδες, έναν άσπρο και έναν μαύρο. Πάλευαν κι άρχισαν ο ένας να καταπίνει τον άλλο..
Φωτίστηκαν όλα τόσο πολύ που πονούσε λες και τα μάτια της είχαν γεννηθεί στα σκοτάδια. Τα βλέφαρά της καίγονταν , ο καθρέφτης πάγωσε στη μορφή της και εκείνη ανοίγοντας τα μάτια που πονούσαν είδε ένα χέρι , ένα παράξενα φιλικό χέρι που ήθελε τόσο να πιάσει αλλά φοβόταν μην καεί. Κρατούσε τα μάτια της, κρατούσε τις εικόνες , την ψυχή της..
Περνώντας χίλια στρώματα ζεστά και κρύα..αναδύθηκε στην επιφάνεια. Ξύπνησε..
Στον καναπέ το παρατημένο βιβλίο της είχε μείνει ανοιχτό σε ένα σημείο ..‘’Αλλά αν έβρισκα κάποιον που να μπορούσε να πιστέψει σε ότι δεν έβλεπε, δεν ένιωθε κι ωστόσο γνώριζε, θα τυλιγόμουν τότε στην ίδια αλήθεια εκείνης της ιδέας που της έμεινε πιστός’’..
Απόφάσισε..

it is:
ο μέγιστος θεός Δίας, είχε βάλει στο μάτι από καιρό τη Μήτιδα. Αυτή η γυναίκα ήταν ξεχωριστή γι'αυτόν. Δεν ήταν απλώς όμορφη... ήατν πανέξυπνη και πανούργα. Ήταν μια γυναίκα που δε μπορούσε να την αφήσει να του φύγει ποτέ... ούτε μπορούσε ν'αφήσει την Ήρα να την καταλάβει και να την αομακρύνει από κοντά του. Την ήθελε να μείνει για πάντα μέσα του.
Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε κάποιον τρόπο να την κρατήσει για πάντα κοντά του... ξαφνηκά το βρήκε! την κάλεσε σε έναν παιχνιδιάρικο διαγωνισμό μεταμορφόσεων... Η μήτις που ήταν πάντα ανταγωνιστική και ειδικά με τους άντρες δέχτηκε πρόθυμα την ευκαιρία να κερδίσει αυτόν τον ίδιο τον Δία! Αν κερδίσω τον βασιλιά και πατέρα θεών και ανθρώπων θα μείνω αθάνατη στην ιστορία! σκέφτηκε...
Οι μεταμορφώσεις ξεκίνησαν... Ο Δίας μεταμορφώθηκε σε έναν πανίσχυρο λέοντα! Βρυχήθηκε τρονμερά και η ηχώ μετέφερε την τρομαχτική λαλιά του σε κάθε σπηλιά και κάθε βράχο!
Η Μήτις μεταμορφώθηκε σε δράκο που ξέρναγε φλόγες... Ο δίας μόλις που πρόλαβε να γίνει φάλαινα και να τις σβήσει πετώντας νερό...
Μια τρομακτική μάχη συνέχισε ματαξύ των δύο... Μια μάχη που έκανε κάθε τι ζωντανό να τρέξει και να κρυφτεί! Η μάχη συνεχίστηκε για μέρες και νύχτες, ασταμάτητα, με αμείωτη ένταση!
Κάποια στιγμή ο Δίας είχε μεταμορφωθεί σε άλογο και με τις οπλές του προσπαθούσε να πατήσει τη Μήτιδα που είχε μεταμορφοθεί σε ποντίκι... Η πανούργα γυναίκα μεταμορφόθηκε γρήγορα σε αλογόμυγα και επιτέθηκε με μανία στ'αυτιά και τα ρουθούνια του αλόγου-Δία... Ο Δίας επιτέλους βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε! Αστραπιαία, μεταμορφώθηκε σε βάτραχο, και εκτόξευσε την κολλώδη γλώσσα του καταπάνω στη Μήτιδα! Αυτή δεν πρόλαβε να αντιδράσει... Κολλημένη στη γλώσσα του θεού βρέθηκε μέσα του... Ο Δίας ευχαριστημένος ξαναπήρε την επιβλητική μορφή του... Όμως η Μήτις δεν είχε καταλήξει στο στομάχι του... Έξυπνη καθώς ήταν κατάφερε να ανέβει προς το κεφάλι του Δία και να κατοικήσει το μυαλό του...
Τόσο ο Δίας, όσο και η Μήτις όμως, δεν είχαν υπολογίσει κάτι... Οι δυο τους είχαν συνευρεθεί ουκ ολίγες φορές... Η Μήτις κυοφορούσε! Μερικούς μήνες μετά, έφερε στον κόσμο ένα κορίτσι... Το μωρό αυτό ήταν γόνος του θεού Δία! Δεν ήταν όπως όλα τα μωρά! Γεννήθηκε φέροντας ασπίδα, δόρυ και περικεφαλαία! Το μυαλό του Δία ήταν μεν τετραπέρατο, όμως η μικρή θεά ασφυκτιούσε εκεί μέσα! Προσπάθησε να βγει αλλά δεν μπόρεσε! Εκνευρισμένη, ξεκίνησε να χτυπά το δόρυ της πάνω στην ασπίδα και να φωνάζει! Θέλω να βγω! Θέλω να βγω!
Ο θεός στην αρχή παραξενεύτηκε! Νόμιζε πως ήταν κάποιο κόλπο της Μήτιδας και είπε να την αφήσει με την ελπίδα πως θα βαρεθεί και θα σταματήσει...
Οι μέρες περνούσαν και πλέον ο Δίας είχε ένα βασανιστικό πονοκέφαλο... Με το παραμικρό ξεσπούσε κεραυνούς προς όλες τις κατευθύνσεις! Φώναζε και ωρυόταν! Φώναξε τον Ήφαιστο...
Κάνε κάτι! Δεν αντέχω άλλο! Πρέπει να σταματήσει αυτό το μαρτύριο με τις κλαγγές όπλωςν και τις φωνές μες το κεφάλι μου! Ο Ήφαιστος πλησίασε... Ρώτησε τον Δία που πονά και αυτός του είπε πίσω από τα μάτια του... Ο Ήφαιστος έπιασε το ένα μάτι του Δία και ανασήκωσε ελαφρά το βλέφαρο για να κοιτάξει την κόρη... και κόρη είδε! Όχι όμως την κόρη του ματιού του Δία, αλλά την ίδια την κόρη του Δία... τη θεά Αθηνά!
Πατέρα Δία... βλέπω το χέρι ενός κοριτσιού που προσπαθεί να βγει από το κεφάλι σου... Λαμβάνοντας υπ'όψην πως είσαι αθάνατος, μόνο μια λύση βλέπω για να τη βγάλουμε γρήγορα από το κεφάλι σου...
Κάνε ό,τι είναι απαραίτητο, μόνο κάνε γρήγορα... απάντησε ο θεός...
Ο Ήφαιστος, σήκωσε αποφασιστικά το τρανό του σφυρί και με ένα θεϊκό χτύπημα ακριβείας, άνοιξε το μέτωπο του Δία στη μέση! Αμέσως ξεπετάχτηκε η Αθηνά! Περήφανη και στητή! Με τη σοφία στο βλέμμα της και την πειθαρχία πολεμιστή στην κορμοστασιά της... χτύπισε το δόρυ της στο πάτωμα και οι δύο θεοί έμειναν έκθαμβοι να την κοιτούν!
Ο Δίας αναγνωρίζοντας την κόρη του την αγκάλιασε και της χάρισε μια πανοπλία αντάξια της κόρης του πατέρα των θεών!

Lee
Η Ζωή αναδεύτηκε στον καναπέ. Μόλις είχε δει το πιο σουρεαλ όνειρο της εβδομάδας. Η Μητιδα έμπλεξε στον πιο φρενήρη ερωτικό χορό με τον Δια που είχε φανταστεί ποτέ. Μερικά από τα πιο επικίνδυνα και μυθικά ζώα του κόσμου είχαν μπλέξει τα μπούτια τους, με αποτέλεσμα θεϊκό. Αυτό την έκανε να αναρωτηθεί ακόμα πιο έντονα ποιο ήταν το μέλλον της με τον Ευτυχη. Το όνομα του σίγουρα εγγυόταν ένα καλό μέλλον, αλλά τόσο βαρετά προδιαγεγραμμένο.
Ένιωθε γερασμένη κι ας ήταν 35 χρονών.
Έτριψε γερά τα μάτια της και έσκασαν μπροστά της πυροτεχνήματα. Σχεδόν συνήλθε. Κοίταξε το ρολόι απέναντι και συγχρόνως θυμήθηκε τον πυροβολισμό.
- Πόση ώρα κοιμάμαι? Αναρωτήθηκε. Ήταν 6:30. Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα από την στιγμή που ακούστηκε. Ένιωσε λίγο πιο άνθρωπος και άρχισε να αναρωτιέται τι είχε συμβεί. Μήπως κάποιος χρειάζεται βοήθεια? Ο Ευτύχης έλειπε, δούλευε βραδινός σεκιουριτας σε ένα εργοστάσιο. Έπρεπε λοιπόν να ενεργήσει μόνη της. Αυτή η διαπίστωση την γέμισε ενέργεια. Μπήκε στο μπάνιο, πλύθηκε και βγήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Για δευτερόλεπτα, δεν είδε τον Κοσμά που έφυγε κρατώντας μια βαλίτσα. Κρίμα, θα της έδειχνε πως είναι το ανάλαφρο βήμα της ελευθερίας που τόσο εκείνη φοβόταν. Ουτε τη Ντεπυ ειδε, εξω στο δροσερο σούρουπο, να στεκεται αποσβολωμενη στο πεζοδρόμιο. Πρωτη φορα της αρνηθηκαν πιπα. Θα τον ακολουθούσε με το αμάξι της?
Η Ζωή ζούσε το δικό της μύθο. Προσπάθησε να προσανατολιστεί στην μνήμη του ήχου του πυροβολισμού. Δεν τα κατάφερε. Αποφάσισε να ανεβαίνει έναν έναν όροφο αφουγκράζοντας τα διαμερίσματα. Ευτυχώς υπήρχαν μόνο δυο ανά όροφο.
Διαμέρισμα Β2. Τριάρι με δυο μπάνια. Διαμπερές, ευάερο, ευήλιο και ανατολικό. Το φενγκ σούι θα λειτουργούσε σωστά, αν δεν κείτονταν ένας άντρας αιμόφυρτος στο έδαφος. Μια κηλίδα πηχτού αίματος είχε σχηματιστεί δίπλα του. Η γρατσουνιά στο αυτί του ήταν βαθιά. Άνοιξε τα μάτια και κοίταζε υπνωτισμένος τον ανεμιστήρα στο ταβάνι.

Καρυάτιδα:
O Φιλ μαστουρωμένος όπως ήταν, δεν κατάλαβε ότι τον παρακολουθούσαν. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά όταν έφτασε εκεί. Σε ένα πολυσύχναστο δρόμο σε ένα μοντέρνο κτίριο, όπου πριν κάποιες ώρες θεωρούσε σπίτι του. Στην εταιρεία που εργαζόταν. Η οποία χωρίς καμία ενοχή και με μεγάλη κιόλας ευχαρίστηση του ρουφούσε το αίμα. Κι αυτό ακριβώς νόμιζε ότι έβλεπε. Ένα μαύρο κτίριο χτισμένο και μεταβλητό από την υπερδραστηριότητα κείνων των τσιμπουριών. Παχουλά...χορτασμένα με αίμα. Το δικό του αίμα.
Ήξερε ότι, αν και αργά, οι Αρχιτσιμπούριδες δούλευαν ακόμα! Όπλισε και μπήκε μέσα ουρλιάζοντας...Τους καθάρισε όλους. Χάζεψε για λίγο τα πτώματα με τα ποδαράκια χιαστή και τις προβοσκίδες μαραμένες να κοιτάνε με τα γουρλωτά μάτια τους το ταβάνι. Οι γραβάτες τους έλειπαν...μονολόγησε! Βιαστικά πέρασε από το διάδρομο του 1ου ορόφου και με την άκρη του ματιού του είδε τον εαυτό του σε έναν καθρέφτη.
Κοντοστάθηκε, και κοίταξε παραξενεμένος. Αυτό που είδε πολύ του άρεσε, και έδωσε το χέρι του όλο θέρμη. Ήθελε να σφίξει το χέρι αυτού του φωτεινού κυρίου. Να κι ένας αξιοσέβαστος σιόρ!!.Ντυμένος στα κόκκινα. Δε μπορεί, θα πρέπει να είναι βασιλιάς... Είναι παγωμένος και ψυχρός όμως στην αφή... Από την πίεση που άσκησε, έσπασε τον καθρέφτη και τραυματίστηκε σοβαρά. Πρέπει να σκοτώσω κι άλλους για να με δεχτεί στο βασίλειο του...σκέφτηκε. Τρέχοντας βγήκε στους πηχτούς από το σκοτάδι δρόμους....




Λοθ:
Το κεφάλι της βούιζε ακόμα απ΄τους περίεργους δρόμους που τις είχε δείξει το όνειρο..
‘’Τι σκατά γρίφος ήταν κι αυτός?’’, σκέφτηκε καθώς έφτανε στην πόρτα του διαμερίσματος Β2..
Μέσα ο σαστισμένος καλλιτέχνης άρχισε να αποκτά επαφή με τα εγκόσμια..
''Μαλάκα μου τι πράμα μου έδωσε ο Μητσάρας..γαμάτο..και τι τρέχει απ΄το αυτί μου..κατουρήθηκα?''Ο καλλιτέχνης όταν άρχιζε τις διαδικασίες επανασύνδεσης πάντα είχε φιλοσοφικές αναζητήσεις τέτοιου τύπου..κάτι που τσάντιζε πολύ τον Φιλ...Στο μεταξύ κάπου πίσω απ΄το κεφάλι του υπήρχε ένας άλλος κόσμος..
-Μιχάληηηηηηη κάτι έφραξε την τρύπα,κάτι μεγάλο, μαλλιαρό και υγρό..
-Ρε Νικόλα πάλι στο σεξ είναι το μυαλό σου?
-Καλά μαλάκας είσαι πόσες φορές θα στο πω..ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΓΚΕΙ ΛΕΜΕ!
-Ναι ξέχασα εσύ γουστάρεις αυτό το πουτανάκι που έρχεται κάθε τρείς και πέντε και τον παίρνει απ΄τον δικό μας με τα πινέλα..Εγώ πόσες φορές θα στο πώ οτι δεν πρόκειται να σου κάτσει? Στο τέλος τέλος έχεις δει ποντίκι να γαμεί άνθρωπο.Γι'αυτό σου λέω ..δε μου κάθεσαι που είναι και πιο φυσιολογικό?
-Ε άντε και γαμίδια..εεε
-Να που έρχεσαι στα λόγια μου...Καλά καλά τι τσιτώνεις ?Έρχομαι να σπρώξω...
Ο Ευτύχης σχόλασε νωρίτερα ..δεν ένιωθε καλά σήμερα και τον αντικατέστησε άλλος..Ήταν ήδη στο σαραβαλάκι του και ονειρευόταν ζεστό μπάνιο,φαί και σεξ με τη Ζωή του..Τι ωραία που έχει τη Ζωή του..Που να φανταστεί τι θα του συνέβαινε.


Καρυάτιδα:
Και σε αυτό το σημείο ακριβώς, μπήκαν στην ιστορία μας οι φέροντες το φως! Τι εννοώ; Ο Νικόλας και ο Μιχάλης αποφάσισαν να διαλευκάνουν το μυστήριο! Μικροί και θαυματουργοί! Κανένας δε θα τους έπαιρνε χαμπάρι...ή έτσι νόμιζαν!
Ο Νικόλας σκαρφάλωσε γρήγορα στο τραπέζι και εξέτασε με προσοχή το παρατημένο πιάτο. Με περισπούδαστο ύφος μύρισε το περιεχόμενο και κούνησε το κεφάλι του με σημασία!Μα ναι! Είναι φως φανάρι...από εκεί ξεκίνησαν όλα! Ευθύς τον έπνιξαν οι αναμνήσεις...τότε που είχε τρυπώσει στο σακίδιο του Μάρκου και έζησε τη μεγαλύτερη περιπέτεια της τοσοδούλικης ζωής του!Τι υπέροχες παραισθήσεις είχε βιώσει...ήταν ο αυτοκράτορας των ποντικιών.Τύφλα να’χει ο Μίκυ Μάους! Χα! Καιρός να αλλάξει αυτό! Πρρρρρροσοχηηηηηηηή! Έρχεται ο Νικ Ποντίφικας!!!!...και μόνο που σκεφτόταν τις ποντικίνες που θα μάσαγαν με τη δημοτικότητα του, έλιωνε σαν μοτσαρέλα πάνω σε παρμεζάνα!!!
Ο Μιχάλης αγκομαχούσε κάτω από το κεφάλι του λαβωμένου. Γιατί πίστευε 100% ότι είχε τα ανάλογα «ποντίκια»! για να τον απομακρύνει από τη φωλιά.Ο Νικόλας έτρεξε προς το μέρος του και του είπε με μια ανάσα όλα όσα είχε δει, καθώς και που κατέληξε βοηθούμενος από τον εκπληκτικό δείκτη ευφυΐας του.!Παράτα τον! Φεύγουμεεεεεε....................................
Η Μαρκησία, η σνομπαρία γάτα της Ντέμπυ είχε ακολουθήσει τη κυρά της και τα είχε δει ΟΛΑ!. Και μετά την ηρωική έξοδο των δύο ποντικοκούραδων, σκέφτηκε ότι πολύ καλά έκανε...


lee
Η Ντεπυ άρχισε να τουρτουρίζει. Ο θυμός της είχε ανεβάσει το αίμα στο κεφάλι με αποτέλεσμα να αρχίσει να λειτουργεί ο εγκέφαλος. Οι σκέψεις πήραν μπρος. Συνειδητοποίησε ότι φόραγε χνουδωτές παντόφλες και καμπαρντίνα. Τίποτε άλλο. Έσφιξε το πανωφόρι γύρω της και έκανε μεταβολή. Το πανωχείλι έτσουζε ακόμα, γαμω την αποτρίχωση της γαμω! Επόμενο φλασμπακ ο Κοσμάς. Τα άκρα των χειλιών της κρέμασαν με βαρίδια ντροπής. Τον είδε που έφευγε, ένα ραδιοταξι τον μάζεψε. Της είχε ρίξει ένα τελευταίο βλέμμα. Ήταν κενό, αδιάφορο.
«ΟΚ, μου άξιζε..,» του απάντησε νοερά. Η πίκρα λειτούργησε σαν αιθέρας. «Πρέπει να φτιάξω την ζωή μου» αναθάρρησε. «Όπως θέλω εγώ και όχι οι γονείς μου. Το ίδιο εύχομαι και σε σένα καλέ μου Κοσμά. Ήσουν φίλος, όχι εραστής. Συγκάτοικος με το ζόρι. Έχε γεια».
Με σκυμμένο το κεφάλι πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Πάτησε το κουμπί του ασανσέρ και περίμενε. Μετά από καναδυο λεπτά προσμονής άρχισε να τσαντίζεται.«Το άχρηστο, που σκατά κόλλησε πάλι? Είμαι και διαχειρίστρια τρομάρα μου, πόσο καιρό έχω να κάνω σέρβις?». Είχε μόλις ανέβει δυο τρία σκαλοπάτια όταν η τσιρίδα της ξεπέρασε την Αγνή Μπάλτσα.
- ΑΑΑΑΑΑ!!!! Ποντίκια! Δύο! ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!! Μαρκησίαααααααααααααααααααααααααααααααα!!!!!!!!
- Μαλάκα, τη γαμήσαμε! Τρέχα Νικόλα τρέχα!
Οι ποντικόφιλοι έβαλαν τουρμπο στην ουρά και εξαφανίστηκαν στο φρέσκο σκοτάδι. Ο κηπακος στο πλάι της πολυκατοικίας, θα τους πρόσφερε κάλυψη. Προσωρινή όμως γιατί είχαν ήδη αισθανθεί μια γατίσια μυρωδιά εκεί κοντά.Η Ντεπυ μετά το σοκ ξαναβρήκε την ισορροπία και την χαμένη αξιοπρέπεια της. Στη σκιά του κλιμακοστασίου η Μαρκησία είχε μείνει κόκαλο. Ευτυχώς που δεν υπήρχε σκύλος εκεί κοντά. Την πήρε αγκαλιά και τρεμαμενη άρχισε να ανεβαίνει.
- Γαμω τις εφτά ζωες μου γαμω, θα με αφήσει ποτέ αυτή η γυναίκα να έρθω σε επαφή με τη ζωώδη πλευρά μου? Πάνω που είχα καυλωσει για κυνήγι.


Loth
Η Ζωή στεκόταν δίπλα στη μισάνοιχτη πόρτα και ο κόμπος στο λαιμό της δεν έφευγε..Τι να κάνει? Γύρισε την πλάτη και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά, ασυναίσθητα κοίταξε έξω από το μικρό παραθυράκι στον τοίχο. Είδε τον Κοσμά να μπαίνει με μια βαλίτσα μέσα σε ένα ταξί .. και λίγο πιο πέρα άκουσε το γνώριμο ήχο απ’το σαραβαλάκι του Ευτύχη να στρίβει τη γωνία.
Στη μέση του δρόμου υπήρχε μια γυναίκα, την ήξερε ..αλλά για μια στιγμή της φάνηκε πως ήταν ο εαυτός της μισόγυμνος ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες. "Πέρασε η ώρα Ζωή μου, σύνελθε, πρέπει να ετοιμάσεις το φαί....", ψιθύρισε στον εαυτό της για να ξεκολλήσει από εκεί.
Ο Κοσμάς μέσα απ΄το ταξί κοίταξε πίσω και είδε το μεγαλύτερο λάθος του να στέκεται εκεί, όχι στη μέση του δρόμου αλλά πίσω από ένα παράθυρο στη σκάλα ."Έπρεπε τότε να της μιλήσω.. πάμε τώρα Κοσμά, πάμε για άλλα"... Ο Ευτύχης, αν και πονούσε λίγο, γνωρίζοντας πως θα χωθεί στην αγκαλιά της Ζωούλας του πάρκαρε χαμογελώντας και απόρησε βλέποντας τη Ντέπυ να μπαίνει φουριόζα στην πολυκατοικία με τέτοια περιβολή...
Κοίταξε γύρω και βλέποντας το Νικόλα και το Μιχάλη να εξαφανίζονται πίσω από φυλλωσιές μονολόγησε, πρέπει να πω σε αυτή την τρελή να κάνουμε απολύμανση και να πει και τίποτα σε αυτό το μαλάκα το Μάρκο που μαζεύει ότι βρει και γεμίσαμε ποντίκια..Ούφ!


karyatida
η Ντέπυ αποφάνθηκε ότι αυτή η μέρα δεν ήταν κι από τις καλύτερες της ζωής της. Και τα πράγματα χειροτέρεψαν ακόμα περισσότερο όταν ακούστηκε ένας τσαμπουκαλεμένος ήχος από τα εντόσθια του ασανσέρ. "Aκόμα κι αυτό εναντίον μου είναι...την τρέλα μου σήμερα...γαμώ την γκαντεμιά μου γαμώ!" το λεξιλόγιο κοσμητικών επιθέτων και φράσεων πλούσιο. Αλλά για να αναφερθούν θεωρείται απαραίτητη η γονική συναίνεση και μια ένεση!
κι όμως! το ασανσέρ δε μάσησε! έμεινε κολλημένο μεταξύ 1ου και 2ου ορόφου! η Μαρκησία άρχισε να εκνευρίζεται. Kι ως γνήσιο αιλουροειδές αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα πόδια της! Bρηχήθυκε εκκωφαντικά...(στα δικά μας αφτιά νιαούρησε έντονα) και ξέφυγε από τα χέρια της τρομοκρατημένης της κυράς. Aρχισε να πηδάει από τοίχο σε τοίχο μέχρι που προσγειώθηκε στο κεφάλι-πρόσωπο της κυρά της και γαντζώθηκε με σθένος. Η μια πατούσα κόλλησε στο αποτριχωτικό κερί, και αυτό ήταν! Η Μαρκησία τα πήρε τρελά στην κράνα!
Μετα από λίγο ακούστηκε ο χαρακτηριστικος ηχος άφιξης του ασανσέρ στο 2ο όροφο και η Ζωή κόντεψε να πέσει κάτω από το θέαμα. Η Ντέπυ με ματωμένα μάγουλα, σκισμένο χείλι επίσης, ματωμένο, αναμικτο με κατι ασπρο, κολλωδες, τρομερα γλοιωδες και την γάτα της στρογγυλοκαθισμενη-γαντζωμενη στο κεφάλι της και εν εξάλλω κατασταση να νιαουριζει με μανια. Στο ένα χέρι της η Ντέπυ κρατούσε κάτι τρέμοντας.
Η Ζωή πλησιασε διστακτικά και κοίταξε...Ω ΘΕΕ ΜΟΥ! ούρλιαξε. Η Ντέπυ κρατούσε ένα μάτι. Το δικό της μάτι...


Loth
Ο Μάρκος παραπατούσε και είχε ένα πονοκέφαλο γαμάαατο.. Σηκώθηκε και πήγε προς τον καθρέφτη του μπάνιου.ΠΩ ΠΩ ΜΑΛΑΚΑ..ΑΙΜΑΑΑΑ!Ανατρίχιασε και του ήρθε μια λιποθυμία αλλά ως γνήσιος άνδρας την προσπέρασε και έριξε ένα κατούρημα να αλλάξει παραστάσεις!Ε όχι ρε φίλε δε τα ξανατρώω τα μανιτάρια άμα είναι να βγάζω και αίμα..@#$@@@#...Ώχ!(Θυμήθηκε - επιτέλους-τι είχε συμβεί...)Τι του έκανα ρε του μικρού,την άκουσε στέρεο ο κακομοίρης, εμ το είπα εγώ να μπουκωνόμουνα καλύτερα το τελευταίο κουμπί..αλλά τώρα πάει την έκανα τη μαλακία!Τέλος.. τα έφαγα τα ψωμιά μου με το μικρό, μετακομίζω και γρήγορα....Αυτή τη φορά θα μείνω μόνος μου ..εγώ τα λάθη ..εγώ και τις συνέπειες. ΤΕΛΟΣ!


Lee
Tην τίναξε νευρικά στη λεκάνη και μάζεψε τρεκλίζοντας το σώβρακο του. Σκύβοντας να τραβήξει καζανάκι, κάτι του τράβηξε την προσοχή. Φωνές ερχόντουσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας.Όχι ρε μαλακα μου, μη μπλέξω τώρα με την σεξομανη και την άλλη, την καρμίρω του ισογείου. Όλες οι κομπλεξικές εδώ μέσα μαζεύτηκαν.
- ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ ΕΙΣΤΕ ΡΕΕΕΕ! Φώναξε πάνω στη μαστούρα του. Έριξε νερό στο πρόσωπο του και καθάρισε το σκισμένο του αυτί. Έσυρε τα πόδια μέχρι την κουζίνα και έφτιαξε καφέ να στανιαρει. Το βλέμμα απλανές απέναντι στα πλακάκια και το χέρι να αναδεύει χλιαρά τον βαρυ ελληνικό. Τράβηξε δυο τζούρες γερές ρουφώντας το καϊμάκι. Το βλέμμα και το μυαλό καθάρισε. Κάτσε ρε φίλε, εγώ δεν τον ταισα κουμπιά, πως λύσσαξε έτσι? Μαλακα μου τι βλέμμα ήταν αυτό? Πέτρινο, άγριο, ξένο. Ρε τον Φιλημωνα, δεν τη σηκωνει την παράνοια, τον πήρε και τον έστειλε. Το όπλο που το βρήκε? Μάγκα μου δεν θα τη γλυτώσω έτσι εύκολα, έχει παιχτεί τρελή κόμπλα εδώ πέρα. Λες να πλακώσουν οι μπάτσοι?! Τινάχτηκε ακαριαία στον αέρα. Ο καφές προσγειώθηκε στη χιλιοβρωμισμενη μοκέτα. Στο επόμενο βήμα ήταν ήδη στο δωμάτιο του και γέμιζε το μεγάλο σακίδιο με τα πράγματα του.
- Εεεεφυγα λέμε! Άδειασε ότι κουμπί, χημεία και φύση είχε σπίτι, στο σκουπιδοφαγο. Ερε, λεφτά που παν χαμένα, κούνησε το κεφάλι του καθώς τα έβλεπε να διαλύονται στο σιφόνι. Και τότε άκουσε τη σειρήνα. Κοίταξε μέσα από τα στόρια και είδε το ασθενοφόρο.
- Έφυγα ΤΩΡΑ, διαβεβαίωσε τον εαυτό του, και πήρε τον δρόμο για την ταράτσα. Βγηκε στον δροσερό αέρα και έψαξε το δρομολόγιο διαφυγής του. Δεν ήταν δύσκολο. Πήδηξε στην διπλανή ταράτσα και ετοιμάστηκε να διαρρήξει την πόρτα προς το κλιμακοστάσιο.
Μέχρι που αισθάνθηκε μια παρουσία. Δεν μπορούσε να δει καθαρά ακόμα στο σκοτάδι που βάραινε όλο και περισσότερο. Τελικά τον οδήγησε η μυρωδιά. Καπνός τσιγάρου μοίραζε ίχνη. Και τότε είδε τα τόσο γνώριμα, αλλά και τόσο αλλόκοτα απόψε, μάτια. Τρεμούλιασε ολόκληρος. Αυτό το βλέμμα ήταν το τελευταίο που θυμόταν πριν τον πυροβολισμό που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή.
Ο Φιλ είχε απέναντι του τον μαλάκα. Αυτό το αρχίδι που χρόνια τώρα τον απομυζούσε, του έκλεβε τις γκόμενες, του ζήταγε σκονάκια στο πανεπιστήμιο, αγύριστα δανεικά για σφηνακια και με τη βία συγκάτοικος. Είναι παράσιτο, θύτης και εχθρός. Ναι, είναι εχθρός μου, σκέφτηκε και η φλέβα στο μέτωπο διογκώθηκε. Το βλέμμα του έγινε ακόμα πιο μαύρο. Σαν τα μανιτάρια που είχε φάει. Τώρα όμως το χεράκι δεν ήταν πια στο μάτι του. Είχε μπει στο κρανίο και του γύριζε σβούρες το μυαλό.
Είχε ακόμα φρέσκια τη μυρωδιά του αίματος των συναδέλφων του. Εισέπνευσε ηδονικά στην σκέψη της. Λίγο ακόμα. Λίγο ακόμα αίμα ας χυθεί. Να λύσω τους δεσμούς μου με το χτες, με αυτούς που τόσα χρόνια με επνιγαν. Ο Mάρκος κάτι πήγε να ψελλίσει μισό χαμογελώντας σαστισμένα.
- Όχι ρε, άχνα δεν θα βγάλεις. Ένας σιδερένιος λοστός προσγειώθηκε στη μάπα του. Η δεύτερη του έλιωσε το κρανίο. Ο Φιλ ξέσπασε σε γέλια. Οργασμικό γέλιο θα το ονόμαζε από δω και πέρα. Ήταν ένα αίσθημα που ήθελε οπωσδήποτε να ξαναζήσει.


Κάπου πιο πέρα η Ζωή είχε ήδη "φορέσει" την εικόνα της καλής συζύγου και μαγείρευε.. Ο Ευτύχης μπήκε μέσα σφυρίζοντας, πήγε πίσω της και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο πιάνοντάς της ταυτόχρονα τον κώλο..αγαπημένη του χειρονομία.
"Τι μαγειρεύει το γυναικάκι μου ?"
.."Γυναικάκι?"
..έφτασε μια λέξη για να βράσει το μυαλό της Ζωής όπως τα μακαρόνια που ετοίμαζε..
- Ευτύχη..
- Έλα
- Θέλω να χωρίσουμε..
- Φύγε
- Μιλάω σοβαρά..
Ο πουτσοκέφαλος..μία δεν έπιασε..
- Ρε Ευτύχη, τέλος λέμε, δεν αντέχω άλλο..
Η Ζωή ούρλιαξε χωρίς να το καταλάβει..το πρόσωπο του Ευτύχη βγήκε απ΄το μπάνιο, είχε απρίσει.. Την κοίταξε καθώς έβγαζε το νυχτικό της και φορούσε το τζίν και την μπλούζα της, πήγε στη ντουλάπα , πέταξε μερικά ρούχα σε μια βαλίτσα και έφυγε χωρίς φασαρία, χωρίς να κοντοσταθεί..χωρίς καν να τον κοιτάξει..
-Ζωή..

H συνέχεια εδώ παρακαλώ, για όποιον θέλει να συμμετέχει.

Sunday, September 23, 2007

Regrets

Μετανιώνω.
Πούλησα τον Χρόνο μου πολύ φτηνά.


Monday, September 17, 2007

ΣΚΕΨΟΥ!

για πειτε...

Friday, September 14, 2007

Εσεις τι λέτε?






Thursday, September 13, 2007

Πιστευω εις εναν φραπέ...

Μου εστειλε σημερα η Λοθ ενα πετυχημενο μαιλ.
Οσοι πιστοί, προσέλθετε!

Πιστεύω εις έναν φραπέ,
αφρώδη, παγοκράτορα,
ρουφηχτόν εκ καλάμου σπαστής,
εις στομάχους πάντων ερριμένον.

Και εις ένα αφρόγαλα,
λευκόν, πηχτόν, του καφέ συνοδό,
και λιπογενές το δια τον καφέ ποιηθέντα
προ πάντων καπουτσίνο.

Milk εκ βοδώς, αφρόν αληθινόν,
εκ μιξερός ηλεκτρικού
χτυπηθέντα, ού γεννηθέντα,
ομοχρήσιμου του φραπέδι ου το μάτι ορθάνοιξε.

Τον δι' ημάς τους ανθρώπους
και δια την ημετέραν εργασίαν
φυτροθέντα εν καφεοδένδρων
και μαζευθέντα εξ άρρενος εργάτου
και αγοράσθη εξ εταιρείας
και εσυσκευάσθηκε.

Αγορασθέντα τε υπό ημών
εντός μικρής σακουλίτσας
ή κουτιού ή βαζακίου
Και ετοιμάσθη τας πρώτας ώρας
κατά τας πρωινάς.

Και εισέπεσε εντός ποτηριού
και ζαχαρώθηκε εκ κουταλιάς του γλυκού.
Και πάλιν άφρισε μετά δόξης
τσίτα κάνων κοιμητούς
ώστε χουζουρίου έλθη το τέλος.

Και εις το ρεύμα το πάγιον,
το χρήσιμον, το μιξεροκινόν,
το εκ της δεής επαραγόμενον
το συν ψυγείου και θηκών συνεργαζώμενο,
ωστε παρασκευαζώμενο,
παγακίων και υδάτων ψυχρών.

Εις μίαν, καφετερίαν, ομαδικήν και φιλικήν φραπεδοποσίαν.
Ομολογώ εν τσίμπημα εις μπισκότου εκ του μπολ.
Προσδοκώ τασάκι καθαρόν.
Και να είναι η ζάχαρη λιωμένη.
Αμήν.

*update: Περηφανος δημιουργος, ο Dante

Wednesday, September 12, 2007

Reality bites (woof!)


Γεια σας φίλοι μου! Να σας πω ένα μυστικό?
Χτες η μαμά & ο μπαμπάς είχαν την 2η επέτειο γάμου τους.
Άργησα λίγο, αλλά το κατάλαβα: είμαι εξώγαμο (καθότι 7 χρονών..)!
Επίσης έχω να καταγγείλω ότι δεν με πήραν παρανυφάκι στον γάμο τους.
Και χτες που παρήγγειλαν Ασιατική κουζίνα, δεν μου έδωσαν ούτε γαρίδα σουσαμάτη.
Αντί να γεμίσει το σπίτι δώρα και γλυκά, γέμισε λουλούδια.
Τι να τα κάνω αυτά, δεν τρώγονται!
Ναι, την γκρίνια την κληρονόμησα από τη μαμά μου.

Tuesday, September 11, 2007

what the fuck?!

Με έχει πάρει από κάτω εδώ και καναδυό βδομάδες. Ακεφιές έλεγα στην αρχή, ωορρηξία μετά, γκρίνιες με τον Αντρέα και άρχισα να προβληματίζομαι. Ως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις ψάχνω να βρω τα βαθύτερα αιτία και την υποσυνείδητη ρίζα του κακού. Γιατί τα αγριόχορτα τα καθαρίζουμε από νωρίς.

Δεν ήταν σύμπτωση, οι φωτιές που κατέκαψαν τα δάση με έχουν επηρεάσει πολύ. Γιατί όμως τόοοσο πολύ? Σίγουρα έχουν στενοχωρηθεί οι πάντες, αλλά τους βλέπω, στη δουλειά, στις παρέες, δεν είναι τόσο πολύ τσαντισμένοι, δεν το συζητάνε, δεν το έχουν πάρει σε προσωπικό επίπεδο. Ίσως φταίει η καταγωγή μου. Ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας έχει κάνει όλη τη "ζημιά". Καλή η θαλασσίτσα και οι ηλιοθεραπείες, αλλά στο βουνό είμαι άλλος άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο που το αγαπημένο μου χρώμα είναι το πράσινο. Λατρεύω τη φύση, είναι σοφή και τρελαίνομαι όταν οι άνθρωποι την καταστρέφουν συνειδητά και εγκληματικά. Έχει ακόμα να μας διδάξει πολλά, αλλά δεν ξέρω τι θα προλάβει.
Έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ προχτές, βρήκαν λέει μια σούπερ-ντουπερ ουσία στο ανοσοποιητικό σύστημα των κροκοδείλων και θέλουν να δουν την εφαρμογή της στους ανθρώπους. Καλά όλα αυτά, πείτε μου όμως, πόσα είδη εκλείπουν κάθε μέρα? Ποιος μου λέει ότι δεν παίρνουν μαζί τους κάποια μυστικά που θα μείνουν μυστικά για πάντα? Αυτά έλεγα στον Αντρέα και προβληματιζόμουν φωναχτά σε τι κόσμο να φέρεις ένα παιδί. Τι μου απάντησε?
- Μην ανησυχείς, η γενιά που έρχεται θα σώσει τον κόσμο. Βλέπουν τι σκατά τα έχουν κάνει οι παλιότεροι και θα κάνουν τη διαφορά.
Πόσο πολύ ήθελα να τον πιστέψω. Μετά όμως σκέφτηκα το γιό του Καραμανλή κρεμασμένο από φαλαινοθηρικό, ντυμένος με φόρμα της Greenpeace. Απλά δεν παίζει....

Τα πάντα είναι τόσο προκαθορισμένα και καθοδηγούμενα, ποιος θα μας κυβερνήσει, ποια συμφέροντα έρχονται πρώτα, τι θα παίξει η TV. Η Πελοπόννησος καίγεται ακόμα, είδατε να το παίζει κανένα κανάλι πρώτη είδηση? Οοοοοχι, τώρα έχουμε εκλογές! Το πανηγύρι των πολιτικών, η καλύτερη τους. Πρώτοι στις ειδήσεις, πρώτοι στα πανελ, στα παράθυρα, στα μπαλκόνια. Πάρε λαέ, τώρα σου μιλάμε, σε κοιτάμε. Σε ένα γρήγορο ζάπινγκ χτες, ΟΛΟΙ ΜΑ ΟΛΟΙ ασχολούνταν με το αν θα κάνει κονέ το ένα κόμμα με το άλλο. Άπειρα τα προβλήματα της κοινωνίας μα εκείνοι το χαβά τους. Έξι μέρες έμειναν μέχρι τις εκλογές και ο Καραμανλης μου λέει να τον εμπιστευτώ επειδή θα κόψει τον φόρο μεταβίβασης και γονικής παροχής. Πόσα αλλά υποσχέθηκε πριν 3μιση χρόνια και ακόμα τα περιμένουμε? Ο Παπανδρέου μου έχει βάλει πρώτη μούρη την λέξη αξιοπιστία. Ρε, να μας δουλέψετε προσπαθείτε?
Δεν έχω άλλη ανοχή, μου τελείωσε. Κλείνω την τηλεόραση και αλλάζω πραγματικότητα, αυτήν σας την χαρίζω.
Όχι άλλες φωτιές, όχι άλλα «πανηγύρια».
Η δικιά μου πραγματικότητα ζητάει νερό και πλάτανο.

*UPDATE: Για διαβάστε κι αυτό...



Monday, September 03, 2007

and the beat goes on

Η μουσική ημερεύει και ενώνει. Το myspace έχει κάνει το θαύμα του και ο Αντρέας είναι ένας από τους νέους πιστούς. Καλά, δεν έχουν όλοι τα ίδια γούστα, αλλά τέσσερα νέα κομμάτια περιμένουν κριτική. Στα links μου θα βρειτε την νέα κατηγορία Νότες, που περιλαμβάνει τη σελίδα του, καθώς και τη μπλογκοσελίδα -Music in our Minds- του "μουσικού φίλου" CrazyCow που (σπάνιαεωςκαθόλου) ανεβάζω αγαπημένα κομμάτια.



Το Cripwhistle σε techno ήχους, το Afixis μετά το γιούχου-beat στη αρχή έχει καναδυό ωραία «χασίματα» προς το τέλος, αν και θέλει υπομονή γιατί είναι 10 λεπτά κομμάτι, το In to far away σε ταξιδεύει στον πυρήνα του Μακριά και το a trip to Alwaysland σε μεταφέρει πάνω σε ένα σύννεφο χωρίς ποτέ να προσγειώνεσαι τελικά.


Αυτή είναι η δική μου κριτική, όπως καταλάβατε λίγη σχέση έχει με πραγματική μουσική ανάλυση, αλλά ότι μπορώ κάνω. Είμαι πραγματικά περίεργη να διαβάσω και τη δική σας γνώμη, είτε θετική είτε αρνητική. To ίδιο (και χειρότερα) ο Αντρέας. :)




*update: To A trip to Alwaysland αποσύρθηκε (ήταν και ανορθόγραφο, τρομαρα μου!) και μπηκε η νεα δημιουργία του Σ/Κ, το Parametrix.